ἔκρηγμα

ἔκρηγμα, ατος, τό,
A piece torn off,

ἐκρήγματα τρυχίων Hp.Art.78

.
2 broken bed of a torrent, ravine, Plb.12.20.4.
II breaking forth of a stream,

ὑδάτων Thphr.CP1.5.2

.
2 sluice, PEdgar 30.16 (ἔγρ-, iii B.C.), PSI5.488 (ἔχρ-, iii B.C.); cf. ἔκχρημα.
3 eruption, bedsore, Hp.Epid.7.7 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκρηγμα — ἔκρηγμα, το (Α) 1. απόσχισμα από κάτι 2. χαράδρα 3. ορμητική εκροή 4. υδρορρόη, καταρράχτης 5. ιατρ. φλύκταινα, εξάνθημα …   Dictionary of Greek

  • ἔκρηγμα — piece torn off neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκρήγμασι — ἔκρηγμα piece torn off neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκρήγμασιν — ἔκρηγμα piece torn off neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκρήγματα — ἔκρηγμα piece torn off neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκρήγματος — ἔκρηγμα piece torn off neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλεγματόεις — εσσα, εν, Α (κατά τον Ησύχ.) «φλεγματόεν ἔκρηγμα, τὸ τῆς φλογὸς ἔκρηγμα». [ΕΤΥΜΟΛ. < φλέγμα, ατος + κατάλ. όεις*] …   Dictionary of Greek

  • СИРБОНИДСКОЕ ОЗЕРО —    • Σιρβωνίδος λίμνη или η̉ Σιρβωνὶς и Σερβωνὶς,          в Нижнем Египте, простирается на восток от Герры на протяжении 200 стадий, приблизительно до Риноколуры, вдоль Средиземного моря, с которым соединяется истоком ( έκρηγμα). Оно было… …   Реальный словарь классических древностей

  • υφαλέκρηγμα — το, Ν καθένας από τους πλώιμους πόρους που διακόπτουν τη συνέχεια υφαλοταινίας ή βρίσκονται μεταξύ ερμάτων αποτελώντας κίνδυνο για τα πλοία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύφαλος + έκρηγμα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.